Agreement In Greek

b. agree with one, make a good deal, make a deal, negotiate (Polybius, Diodorus): (cf., II. 4), Matthew 20:2; with a person`s dative and a price genitif, ibid. 13, αὐτοῦ (συμφωνείσυμφωνησαςσυμφωνήσαςσυμφωνησεισυμφωνήσεισυμφωνησωσινσυμφωνήσωσινσυμφωνουσινσυμφωνούσινσυμφωνοῦσινσυνεφωνηθησυνεφωνήθησυνεφώνησανσυνεφωνησαςσυνεφώνησάςσυνεφώνησενōēōēōēōōōēōēēḗōēōḗḗōēōḗḗōēōōḗōûōōûōēṓáṓēáḗōēēōḗē Τίὅτισυνεφωνήθηὑμῖνπειράσαι καὶτούτῳσυμφωνοῦσινοἱλόγοι οὐχὶδηναρίουσυνεφώνησάςμοι παλαιῷοὐσυμφωνήσειτὸἐπίβλημα [“4856 (symphne) was originally a harmony of voice, figuratively, to harmonize with” (Souter), 4856 (symphene) is derived from 4859 (s-mph-nos).] 4856 symphéné” of 4862 /n`s, “with” and 5456 / phōnḗ, “Sound, voice,” which is the root of the English word “symphony,” is the same opinion, because exactly. συμφωνήσας—συμφωνήσει—συμφωνήσωσιν—συμφωνοῦσιν—συνεφώνησάς—συνεφωνήθη—.

Posted in Uncategorized